Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία της γυναίκας

Pin It

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Α-Patty!

ΓΑΠ : Η MEGA-λύτερη Α-ΠΆΤΗ...
Πηγή:facebook
Pin It

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

΄Ενας βιολιστής στο μετρό

Gια προσέξτε λίγο την παρακάτω ιστορία....
* Violinist in the Metro*
Κάποιο κρύο πρωινό του Ιανουαρίου, ένας άντρας κάθησε σε ένα κεντρικό σταθμό του μετρό και ξεκίνησε να παίζει το βιολί του. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπορστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους.
Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολλάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός.
Πιο πολύ από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα τρίχρονο αγόρι που ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του τον τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι - χωρίς καμία εξαίρεση - τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους.
Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν - έστω και για λίγο - μόνο 6 άνθρωποι. Περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα του βηματισμού τους.
Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολλάρια. Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση. Αυτό που δεν ήξερε κανείς ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολλαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός κάτω-του-μετρίου εισητηρίου ήταν 100 δολλάρια.
Ο Bell αμοίβεται με περίπου 1000 δολλάρια το λεπτό! Το συγκεκριμένο πείραμα, δηλαδή το να παίξει ο Joshua Bell στο σταθμό του μετρό incognito, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;»

Πηγή: Washington Post
Pin It

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Φοιτητής στις εξετάσεις

Σε εξετάσεις Φυσικής σε κάποιο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής εξετάζει τους
φοιτητές του έναν-έναν προφορικά.
Περνάει ο πρώτος, τον ρωτάει ο καθηγητής:
- Είσαι σε ένα τρένο που κινείται με σταθερή ταχύτητα 100 km/h και κάθεσαι.
Ξαφνικά ζεσταίνεσαι. Τι κάνεις τότε?
- Ανοίγω το παράθυρο.
- Ποια η αντίσταση του αέρα που αναπτύσσεται μετά το άνοιγμα του παραθύρου, ποια η μεταβολή της τριβής μεταξύ τρένου και γραμμών και τέλος ποια η νέα ταχύτητα του τρένου ?
Ο κακομοίρης ο φοιτητής μην ξέροντας τι να απαντήσει, κόβεται.
Αυτό συνεχίζεται με όλους τους φοιτητές, ώσπου μπαίνει και ένας φοιτητής επί πτυχίω πια. Ο καθηγητής τον ρωτά λοιπόν:
- Είσαι σε ένα τρένο που κινείται με σταθερή ταχύτητα 100 km/h και κάθεσαι. Ξαφνικά ζεσταίνεσαι. Τι κάνεις τότε ?
- Βγάζω το σακάκι μου.
- Ζεσταίνεσαι πολύ !!!
Φ: - Τότε βγάζω και την μπλούζα μου.
Κ: - Ζεσταίνεσαι πάρα πολύ !!!
Φ: - Βγάζω και το παντελόνι μου, αν ζεσταίνομαι τόσο πολύ !!!
Κ: - Μα μιλάμε καίγεσαι !!!
Φ: - Ε, τότε βγάζω και το σώβρακό μου, τι να κάνω.
Κ: - Ωραία. Είναι όμως και ένας αράπης εκεί και αν βγάλεις το σώβρακό σου
θα σε γαμήσει. Θες ακόμα να γδυθείς ???
Φ: - Κοιτάξτε κύριε καθηγητά, εγώ προσπαθώ να πάρω πτυχίο εδώ και πόσο καιρό και συνέχεια με κόβετε. Και ΟΛΟ το τρένο να με γ@μ*σει, εγώ το παράθυρο ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΟΙΓΩ
Pin It

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

''ΕΤΑΙΡΙΚΑ '' μαθήματα επιβίωσης...

Μάθημα 1ο
Ένας άνδρας μπαίνει για μπάνιο τη στιγμή που η γυναίκα του μόλις βγαίνει. Εκείνη τη στιγμή χτυπά η πόρτα. Η σύζυγος τυλίγει μια πετσέτα γύρω της και τρέχει να ανοίξει. Ανοίγοντας, αντικρίζει το γείτονα. Πριν αρθρώσει λέξη, ο Γιάννης ο γείτονας της λέει: «Θα σου δώσω 800 Ευρώ αν αφήσεις την πετσέτα να πέσει στο πάτωμα. Αφού το σκέφτηκε για μια στιγμή, η γυναίκα, αφήνει την πετσέτα και στέκεται ολόγυμνη μπροστά στο Γιάννη. Μετά από λίγα λεπτά, ο Γιάννης, βγάζει 800 Ευρώ, της τα δίνει και φεύγει. Η γυναίκα τυλίγει πάλι την πετσέτα και γυρίζει στο μπάνιο. Ο σύζυγος τη ρωτά ποιος ήταν και αυτή του απαντά ότι ήταν ο Γιάννης ο γείτονας. «Ωραία», λέει ο σύζυγος, «Σου είπε τίποτα για τα 800 Ευρώ που μου χρωστάει;»
Ηθικό Δίδαγμα: Αν μοιράζεσαι κρίσιμες πληροφορίες που αφορούν κέρδος με τους μετόχους σου, μπορεί να είσαι σε θέση να αποφύγεις αναπόφευκτη έκθεση!



Μάθημα 2ο

Ένας παπάς προσφέρθηκε να οδηγήσει μια καλόγρια με το αυτοκίνητό του.
Μπαίνει η καλόγρια στο αυτοκίνητο και καθώς κάθεται, ανοίγει το ρούχο της
και αποκαλύπτει τα πόδια της. Ο παπάς παρα λίγο να τρακάρει. Αφού κέρδισε
τον έλεγχο του αυτοκινήτου, διστακτικά άπλωσε το χέρι του στο γόνατό της. Η καλόγρια γυρίζει και του λέει: « Πάτερ θυμάσαι τον ψαλμό 129;» Ο παπάς
δαγκώθηκε. Μετά από λίγο όμως δεν άντεξε τον πειρασμό και ξαναάπλωσε το χέρι του. Η καλόγρια επανέλαβε: «Πάτερ, θυμάσαι τον ψαλμό 129;» Ο παπάς απολογήθηκε: «Συγνώμη, αδερφή, αλλά η σάρκα είναι αδύνατη».
Με τα πολλά έφτασαν στη Μονή και η καλόγρια πήγε στη δουλειά της. Φτάνοντας στην εκκλησία, ο παπάς τρέχει στο βιβλίο των ψαλμών και ψάχνει να βρει τον 129. Διαβάζει: «Προχώρα μπροστά και ψάξε ψηλά, θα βρεις τη δόξα»
Ηθικό Δίδαγμα: Αν δεν είσαι καλά πληροφορημένος στη δουλειά σου, μπορεί να χάσεις μια σπουδαία ευκαιρία.



Μάθημα 3ο
Ένας, πωλητής, ένας διοικητικός και ο Μάνατζερ πήγαιναν για γεύμα, όταν
βρίσκουν στο δρόμο ένα παλιό λυχνάρι. Το τρίβουν και βγαίνει ένα τζίνι. Το
τζίνι λέει: «Θα δώσω στον καθένα σας από μια επιθυμία». «Εγώ πρώτος, εγώ
πρώτος» πετάγεται ο διοικητικός. «Θέλω να είμαι στις Μπαχάμες, να οδηγώ ένα speed boat χωρίς να έχω καμμιά έννοια.» Πουφ, και εξαφανίστηκε. « Εγώ τώρα, εγώ τώρα» πετάγεται ο πωλητής. «Θέλω να είμαι στη Χαβάη, ξαπλωμένος σε μια παραλία με την προσωπική μασσέρ μου, μια ατέλειωτη προμήθεια από Πίνα Κολάδας και τον έρωτα της ζωής μου». Πουφ, πάει κι αυτός. «Ο.Κ. είναι η σειρά σου» λέει το τζίνι στον Μάνατζερ. Ο Μάνατζερ λέει: «Θέλω αυτούς τους δύο πίσω στο γραφείο μετά το γεύμα».
Ηθικό Δίδαγμα: Πάντα να αφήνεις το αφεντικό σου να μιλάει πρώτο.


Μάθημα 4ο
Ένα κοράκι καθόταν σε ένα δέντρο, χωρίς να κάνει τίποτα όλη τη μέρα. Ένας
λαγός τον ρωτάει: «Μπορώ να κάτσω κι εγώ σαν κι εσένα, και να μην κάνω
τίποτα όλη τη μέρα;»
Το κοράκι απαντά: «Φυσικά, γιατί όχι;» Έτσι λοιπόν κάθεται και ο λαγός στο
χώμα κάτω από το δέντρο και χαλαρώνει. Μια αλεπού πηδάει και τρώει το λαγό.
Ηθικό Δίδαγμα: Για να μπορείς να κάθεσαι όλη μέρα, χωρίς να κάνεις τίποτα,
πρέπει να κάθεσαι πολύ ψηλά.


Μάθημα 5ο
Μια γαλοπούλα κουβέντιαζε με ένα ταύρο. « Θα ήθελα πάρα πολύ να ανέβω στην κορυφή αυτού του δέντρου, αλλά δεν έχω την ενέργεια» λέει η γαλοπούλα.
«Γιατί δεν τρώς λίγο από τα απορρίματά μου» προτείνει ο ταύρος «είναι γεμάτα θρεπτικά συστατικά». Η γαλοπούλα τρώει λίγη κοπριά και διαπιστώνει ότι της έδωσε αρκετή ενέργεια για να ανεβεί στο πρώτο κλαδί του δέντρου. Την επομένη, αφού έφαγε περισσότερη κοπριά, κατάφερε να ανεβεί στο δεύτερο κλαδί του δέντρου. Τελικά την τέταρτη μέρα, αφού έφαγε μπόλικη κοπριά, κατάφερε να ανέβει στην κορυφή του δέντρου. Δεν πέρασε πολλή ώρα όμως και ένας κυνηγός την εντόπισε και την σκότωσε.
Ηθικό Δίδαγμα: Τα «σκατά» μπορεί να σε ανεβάσουν στην κορυφή, αλλά δεν θα σε κρατήσουν εκεί.
Pin It

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Η οικογένειά μου...

...είναι μια πολύ αγαπημένη οικογένεια.

Είναι ο αγαπημένος μου μπαμπάς, η αγαπημένη μου μαμά, ο αγαπημένος μου αδερφός και στον κάτω όροφο η αγαπημένη μου γιαγιά και ο αγαπημένος μου παππούς.

Τον αγαπημένο μου μπαμπά, δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί φεύγει το πρωί για τη δουλειά και γυρίζει τα μεσάνυχτα. Δηλαδή, κανονικά γυρίζει στις 7:00 μ.μ., αλλά κάνει και πέντε ώρες γύρω γύρω το τετράγωνο μέχρι να βρει να παρκάρει.

Και όταν έρχεται, δεν είναι και πολύ χαρούμενος και καθόλου δε μοιάζει με τους μπαμπάδες των διαφημίσεων, που μπαίνουν μέσα με δωράκια και σοκολάτες και τα παιδιά πηδάνε στην αγκαλιά του και αυτός γελάει και τα στριφογυρίζει ψηλά. Εμάς λέει: «Άι σιχτίρι, το κωλοκράτος μου μέσα», και βροντάει τα κλειδιά στο συρτάρι.

Την αγαπημένη μου μαμά δεν τη βλέπω επίσης, γιατί κι αυτή δουλεύει, αλλά έρχεται σπίτι με το λεωφορείο. Και μετά πλένει, σιδερώνει, σφουγγαρίζει, μαγειρεύει και βρίζει τον μπαμπά που δεν πήρε τυρί τριμμένο από το σούπερ μάρκετ. Και δε μοιάζει καθόλου με τις μαμάδες των διαφημίσεων, γιατί δε μαγειρεύει βαμμένη ούτε με ψηλοτάκουνα.

Κι όταν λερώσουμε το μπλουζάκι με σοκολάτες, δε γελάει χαρούμενη που έχει το σωστό απορρυπαντικό, αλλά μας λέει: «Ε,βέβαια. Άμα έχετε τη δουλάρα. Άντε βγάλ'το, τελείωνε, ΤΕΛΕΙΩΝΕ, λέμε, την τύχη μου, που στραβώθηκα και τον παντρεύτηκα».

Τον αγαπημένο μου αδερφό δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί λείπουμε και οι δυο στο σχολείο και μετά εκείνος πηγαίνει φροντιστήριο και μετά κλείνεται στο δωμάτιό του και μετά ανοίγει το κομπιούτερ του και μετά ψάχνει γυμνές κυρίες και μετά τις βρίσκει και μετά χαίρεται.

Ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, ο αδερφός μου κι εγώ είμαστε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια και κάθε Κυριακή μεσημέρι κάνουμε ένα πολύ αγαπημένο οικογενειακό τραπέζι κι εκεί έχουμε όλο το χρόνο να τσακωθούμε μεταξύ μας.

Ο μπαμπάς μαλώνει τον αδερφό μου, που δε διαβάζει αρκετά, και μετά μαλώνει εμένα, που δεν τρώω τα παντζάρια. Και μετά η μαμά μαλώνει τον μπαμπά μου, γιατί μας μαλώνει, γιατί είναι «αντιπαιδαγωγικό», λέει. Και μετά η μαμά μου μαλώνει τον αδερφό μου, που πετάει τα μποξεράκια του στη μοκέτα κι έχει και τη μέση της, και μετά μαλώνει εμένα, που θέλω να μου πάρουνε κινητό. Και μου λέει: «Έκανε κι η μύγα κώλο και ζητάει κινητό». Κι εγώ της λέω: «Η Ευαγγελία γιατί έχει κινητό που είναι και 27 μέρες μικρότερη;». Και η μαμά μου μου λέει: «Δε με νοιάζει τι κάνει η Ευαγγελία, εμένα με νοιάζει τι κάνει το δικό μου το παιδί». Και φωνάζει και ο μπαμπάς της λέει: «Τώρα που ουρλιάζεις εσύ δεν είναι αντιπαιδαγωγικό;» Και η μαμά του λέει: «Δεν ουρλιάζω, συζήτηση κάνουμε». Και ο μπαμπάς μου της λέει: «Ναι, έχεις δίκιο. Μπορεί στο ισόγειο να μη σε άκουσαν». Και η μαμά του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς θα σου'λεγα τώρα». Και δεν του λέει. Και μετά κανένας δε μιλάει για πολλή ώρα. Κι ακούγονται μόνο τα πιρούνια, τα μαχαίρια και ο αδερφός μου, που κάνει «κλάπα κλούπα» με τη γλώσσα του..

Και η μαμά του λέει: «Δεν μπορείς να φας σαν άνθρωπος;». Και ο αδερφός μου της λέει: «Σαν άνθρωπος τρώω». Και η μαμά μου του λέει: «Θα σε καλέσουν σε κάνα σπίτι, ρεζίλι θα γίνουμε». Και ο μπαμπάς μου της λέει: «Μπορείς να σταματήσεις μια στιγμή, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α, αυτό το ?μπουρ μπουρ μπουρ? μες στ' αφτί μου. Έλεος, δηλαδή, ΕΛΕΟΣ, Ε-Λ-Ε-Ο-Σ!».

Και η μαμά μου λέει: «Δε φτάνει που έχω γίνει χίλια κομμάτια να σας υπηρετώ όλους εδώ μέσα, μια καλή κουβέντα να ακούσω, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Και ο μπαμπάς μου της λέει: «Έριξες πολύ αλάτι, λύσσα το 'κανες». Και η μαμά τού λέει: «Ορίστε, εκεί που μας χρωστάγανε, μας πήραν και το βόδι». Κι εγώ ρωτάω: «Πότε είχαμε βόδι και μας το πήρανε;». Και ο αδερφός μου μου λέει: «Είσαι μαλακισμένο». Κι εγώ βάζω τα κλάματα και λέω: «Με λέει μαλακισμένο». Και ο μπαμπάς μου του λέει: «Μη λες την αδερφή σου μαλακισμένο». Και ο αδερφός μου λέει: « Αφού είναι». Και η μαμά μου λέει: «Και δε θέλω να ακούω τέτοιες λέξεις εδώ μέσα». Κι ο αδερφός μου της λέει: «Όταν τις λέει ο μπαμπάς, είναι καλά;». Και η μαμά μου λέει στον μπαμπά μου: «Ορίστε, είδες το παράδειγμα που δίνεις στα ίδια σου τα παιδιά». Και ο μπαμπάς μου λέει: «Μια μπουκιά δεν μπορούμε να φαρμακώσουμε σ' αυτό το σπίτι, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α»

Και η μαμά μου του λέει: «Τι μπουκιά, εσύ δεν είπες είναι λύσσα; Κι άμα δεν σ' αρέσει, να πας να σου μαγειρεύει η Βιβή». Κι εγώ λέω: «Ποια είναι η Βιβή ». Και η μαμά λέει: «Ποια είναι η Βιβή, Μανόλη; Πες στο παιδί σου, στο σπλάχνο σου, στην κόρη σου ποια είναι η Βιβή, Μανόλη» Και ο πατέρας μου λέει:«Η κυρία Βιβή είναι μια εξαίρετη συνάδελφος και η μάνα σας είναι μια τρελή γυναίκα». Και η μαμά λέει: «Γι' αυτό γυρίζουμε μεσάνυχτα, Μανόλη; Επειδή η Βιβή είναι μια εξαίρετη συνάδελφος, Μανόλη;». Και ο μπαμπάς λέει: «Γυρίζουμε μεσάνυχτα, διότι τα μεσάνυχτα βρίσκουμε να παρκάρουμε. Άντε να δούμε πού θα φτάσει ο πληθωρισμός πια». Και η μαμά μου του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς θα σου 'λεγα εγώ».. Και ο μπαμπάς της λέει: «Τι θα μου 'λεγες εσύ;». Και η μαμά του λέει: «Το δισάκι μου στον ώμο, για το δρόμο, για το δρόμο, αυτό θα σου 'λεγα εγώ».

Κι εγώ λέω: «Έγιν' η βροχή χαλάζι, δε με νοιάζει, δε με νοιάζειειειειει». Και ο μπαμπάς και η μαμά μου λένε: «ΣΤΑΜΑΤΑ!». Και σταματάω. Και πέφτει πάλι μια σιωπή, «ντράγκα ντούγκα» τα πιρούνια. Και ο αδερφός μου λέει: «Έφαγα, πάω μέσα». Και ο μπαμπάς μου του λέει: «Δεν έχει να πας πουθενά. Τώρα τρώμε όλοι μαζί σαν οικογένεια». Και η μαμά μου του λέει:
«Έχει δίκιο ο πατέρας σου, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι». Και καθόμαστε όλοι εκεί που καθόμαστε.

ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ, «Τα Νέα του Σαββατοκύριακου»
Pin It

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Μικρό αγόρι

        Βρέθηκα σε ένα κατάστημα, στο διάδρομο με τα παιχνίδια. Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα ένα αγοράκι γύρω στα πέντε, το οποίο κρατούσε μια κούκλα. Δε σταματούσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να τη σφίγγει προσεκτικά πάνω του. Αναρωτήθηκα για ποιον προοριζόταν αυτή η κούκλα.
Το αγοράκι γύρισε κάποια στιγμή προς την κυρία που βρισκόταν πλάι του:
«Θεία μου, είσαι σίγουρη ότι δε μου φτάνουν τα λεφτά;»
Η γυναίκα του απάντησε χάνοντας κάπως την υπομονή της:
«Είπαμε ότι δεν έχεις αρκετά λεφτά για να την αγοράσεις.»
Έπειτα, η θεία του του ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει για λίγο, κι εκείνη έφυγε βιαστικά. Το αγοράκι κρατούσε ακόμη στα χέρια του την κούκλα. Τελικά, κατευθύνθηκα προς το παιδί και το ρώτησα σε ποιον ήθελε να δώσει την κούκλα.
«Αυτή την κούκλα την ήθελε η αδερφή μου περισσότερο από καθετί για τα Χριστούγεννα. Ήταν σίγουρη ότι θα της την έφερνε ο Άι-Βασίλης.»
Του είπα τότε ότι μπορεί και να της την έφερνε, κι εκείνο μου είπε θλιμμένο:
«Όχι, ο Άι-Βασίλης δεν μπορεί να πάει εκεί που είναι τώρα η αδερφή μου... Πρέπει να δώσω την κούκλα στη μαμά μου να της την πάει.»
Τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα ενώ έλεγε αυτά τα λόγια.
«Πήγε να συναντήσει τον Χριστούλη. Ο μπαμπάς λέει ότι και η μαμά θα πάει να συναντήσει το Χριστούλη σε λιγάκι. Έτσι, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να πάρει την κούκλα μαζί της και να την πάει στην αδερφούλα μου». Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει. Το αγοράκι σήκωσε το βλέμμα προς εμένα και μου είπε:
«Είπα στον μπαμπά να πει στη μαμά να μη φύγει αμέσως. Ζήτησα να περιμένει μέχρι να γυρίσω από το μαγαζί.»
Μετά, μου έδειξε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ίδιο το αγοράκι μέσα στο κατάστημα να κρατάει την κούκλα, και μου είπε:
«Θέλω η μαμά να πάρει κι αυτή τη φωτογραφία μαζί της, για να μη με ξεχάσει. Την αγαπάω τη μαμά και δε θέλω να μʼαφήσει, αλλά ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να πάει μαζί με την αδερφούλα μου». Ύστερα, χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλό. Έψαξα στην τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα μάτσο χαρτονομίσματα και ρώτησα το αγοράκι:
«Τι λες να μετρήσουμε τα λεφτά σου μια τελευταία φορά για να σιγουρευτούμε;»

Εκείνο απάντησε:
«Εντάξει, όμως πρέπει να βγουν αρκετά.»
Έριξα κρυφά κάποια χρήματα μαζί με τα δικά του και αρχίσαμε το μέτρημα. Έφταναν με το παραπάνω για την κούκλα. Περίσσευαν κιόλας αρκετά. Το αγοράκι ψιθύρισε:
«Ευχαριστώ Χριστούλη που μου έδωσες αρκετά λεφτά.»

Έπειτα με κοίταξε και είπε:
        «Είχα ζητήσει από το Χριστούλη να κάνει να έχω αρκετά λεφτά για νʼαγοράσω την κούκλα και η μαμά μου να μπορεί να την πάει στην αδερφούλα μου. Εκείνος άκουσε την προσευχή μου. Ήθελα να έχω αρκετά λεφτά για νʼαγοράσω και ένα λευκό τριαντάφυλλο για τη μαμά, όμως δεν τόλμησα να του το ζητήσω. Εκείνος μου έδωσε αρκετά λεφτά για νʼαγοράσω την κούκλα και το λευκό τριαντάφυλλο. Ξέρετε, αρέσουν πολύ τα λευκά τριαντάφυλλα στη μαμά...»
        Λίγα λεπτά αργότερα, η θεία του ξαναγύρισε, κι εγώ απομακρύνθηκα σπρώχνοντας το καροτσάκι μου. Τέλειωνα τα ψώνια μου με ένα συναίσθημα εντελώς διαφορετικό από ότι όταν τα άρχιζα. Δεν μπορούσα να βγάλω απʼτο μυαλό μου το αγοράκι.
        Μετά θυμήθηκα ένα άρθρο στην εφημερίδα, λίγες μέρες πριν, που μιλούσε για έναν οδηγό σε κατάσταση μέθης που είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μια νεαρή γυναίκα με την κόρη της.
Το κοριτσάκι είχε πεθάνει ακαριαία και η μητέρα ήταν σοβαρά τραυματισμένη. Η οικογένεια έπρεπε να αποφασίσει εάν θα της διέκοπταν την αναπνευστική στήριξη... Να ήταν άραγε η οικογένεια του μικρού αγοριού;
        Δυο μέρες μετά, διάβασα στην εφημερίδα ότι η νεαρή γυναίκα ήταν νεκρή. Δεν μπόρεσα να μην πάω νʼαγοράσω ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα και να βρεθώ στην αίθουσα όπου εξέθεταν τη σωρό της. Ήταν εκεί και κρατούσε ένα όμορφο λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι της, μαζί με μία κούκλα και τη φωτογραφία του μικρού αγοριού από στο κατάστημα.
        Έφυγα από την αίθουσα κλαίγοντας και με την αίσθηση ότι η ζωή μου θα άλλαζε για πάντα.
Η αγάπη που είχε αυτό το αγοράκι για τη μαμά του και την αδερφή του ήταν τόσο μεγάλη, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μεθυσμένος οδηγός του τα πήρε όλα μακριά...
Pin It

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

O Shay

        Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς απο όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.
        Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση."Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται απο εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια. Ακόμα ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;". Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία. Ο πατέρας συνέχισε.
        "Όταν ένα παιδί σαν τον Shay που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι, το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σ' αυτό το παιδί" και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που θα σας παρακαλέσω θερμά να διαβάσετε μέχρι το τέλος της..
        Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω απο ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ. Ο Shay με ρώτησε, "μπαμπά, νομίζεις ότι θα μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους;". Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους. Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του. Πλησίασα λοιπόν ένα από τα παιδιά, και το ρώτησα χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.
        Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, "χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει".
        Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου. Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.
        Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλλά ήταν ακόμη πίσω τρεις πόντους για να κερδίσουν τον γύρο. Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο. Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του. Το χαμόγελό του ήταν από το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα απο την εξέδρα.
        Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους. Με δύο παίκτες έξω, και τρεις έξω από την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.
        Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι. Για μεγάλη μου έκπληξη, ..τον άφησαν! Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν, πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα. Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.
        Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.
        Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε. Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο. Το παιχνίδι τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.
        Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω απο το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω απο το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι απο τους άλλους συμπαίκτες του.
        Όλοι στις εξέδρες, και απο τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, "Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε...". Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα απο χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει...
        Η εξέδρα συνέχισε τότε, "Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε..". Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα. Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία, να γίνει ο ήρωας της ομάδας του. Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, προς τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.
        Ο Shay έτρεξε πρός την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας του έτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση. Όλοι φωνάζαμε, "Shay, Shay, Shay!!!".
        Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του "απο δώ, απο δώ Shay...".
        Καθώς ο Shay πέρασε απο την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας "Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα". Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.

        "Εκείνη την ημέρα", συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, "τα αγόρια και απο τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σ' αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.
        Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ, πώς ήταν ο "ήρωας" που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και την χαρά που έδωσε στην μητέρα του, και που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι".
Pin It

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Το ροζ φόρεμα

Κάποτε ένα μικρό κορίτσι καθόταν μόνο του στο πάρκο.
Όλοι το προσπερνούσαν και κανείς δεν σταματούσε να δει γιατί έμοιαζε να είναι τόσο θλιμμένο. Ντυμένο με ένα φθαρμένο ροζ φορεματάκι, ξυπόλυτο και βρώμικο, το κορίτσι απλά καθόταν εκεί και παρακολουθούσε τους ανθρώπους που περνούσαν.
Ποτέ δεν δοκίμασε να τους μιλήσει . Ποτέ δεν πρόφερε μία λέξη.
Πολλοί άνθρωποι πέρασαν μπροστά της αλλά κανένας δεν σταμάτησε .
Την επόμενη μέρα η περιέργειά μου με οδήγησε πίσω στο πάρκο. Ήθελα να δω αν το μικρό κορίτσι θα ήταν ακόμα εκεί. Και ναι, ήταν εκεί, στην ίδια ακριβώς θέση όπου ήταν και την προηγούμενη μέρα και με το ίδιο λυπημένο βλέμμα.
Σήμερα όμως θα έκανα το βήμα, θα πλησίαζα το μικρό κορίτσι. Εξάλλου ένα πάρκο γεμάτο κόσμο δεν είναι το κατάλληλο μέρος για να παίζει ένα μικρό παιδί ολομόναχο. Καθώς πλησίαζα μπορούσα να δω την πλάτη του κοριτσιού. Είχε ένα περίεργο σχήμα . Σκέφτηκα ότι αυτός ήταν ίσως ο λόγος, που οι άνθρωποι την προσπερνούσαν χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να της μιλήσουν.
Οι παραμορφώσεις δεν είναι καλοδεχούμενες στην κοινωνία μας, και αυτό οδηγεί στον αποκλεισμό αυτών που είναι διαφορετικοί.
Καθώς πλησίασα, το μικρό κορίτσι χαμήλωσε ελαφρά τα μάτια για να αποφύγει το εξεταστικό βλέμμα μου. Μπορούσα τώρα να διακρίνω πιο καθαρά το σχήμα της πλάτης της. Είχε κάτι περίεργο,που έμοιαζε σαν μια παράξενη καμπούρα. Της χαμογέλασα για να της δείξω ότι όλα ήταν εντάξει. Ήμουν εκεί για να την βοηθήσω, για να μιλήσουμε.
Έκατσακάτω δίπλα της και την χαιρέτησα με ένα 'γεια'.Το μικρό κορίτσι έδειξε να ξαφνιάζεται και αφού με κοίταξε έντονα στα μάτια για λίγο απάντησε 'γεια'.
Της χαμογέλασα και μου χαμογέλασε κι αυτή ντροπαλά .
Αρχίσαμε να μιλάμε και συνεχίσαμε μέχρι που σουρούπωσε και το πάρκο άδειασε από κόσμο.
Την ρώτησα γιατί ήταν τόσο θλιμμένη. Το μικρό κορίτσι με κοίταξε με το λυπημένο μουτράκι του και απάντησε ' γιατί είμαι διαφορετική'.. 'Αυτό είναι αλήθεια' είπα εγώ χαμογελώντας. 'Το ξέρω' είπε το μικρό κορίτσι και φάνηκε να μελαγχολεί περισσότερο.
'Μικρή μου' της είπα, μου θυμίζεις έναν γλυκό και αθώο άγγελο'. Με κοίταξε και χαμογέλασε, μετά σηκώθηκε αργά και είπε 'αλήθεια το λες?'
'Ναι, είσαι σαν ένας μικρός φύλακας άγγελος που στάλθηκε να φυλάει τους ανθρώπους που περνούν'.
Έκανε με το κεφάλι της ένα καταφατικό νεύμα και χαμογέλασε πάλι .
Καθώς έκανε αυτό, άνοιξε την πλάτη του ροζ της φορέματος και από μέσα βγήκαν και απλώθηκαν δύο λευκά φτερά, 'ναι είπε, αυτό είμαι, είμαι ο δικός σου φύλακας άγγελος'.
Έμεινα άφωνος, σίγουρος πως όλα αυτά ήταν παιγνίδια της φαντασίας μου.
Τότε το κορίτσι είπε ' Για μια φορά σκέφτηκες κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό σου . Η αποστολή μου εδώ ολοκληρώθηκε'.
Σηκώθηκα τότε όρθιος και είπα ' Περίμενε, γιατί κανείς δεν σταμάτησε να βοηθήσει έναν άγγελο?
Με κοίταξε, χαμογέλασε και είπε 'Είσαι ο μόνος που μπορούσε να με δει' και μετά εξαφανίστηκε.
Και μ' αυτό η ζωή μου άλλαξε ριζικά.
Έτσι, όταν νομίζεις ότι δεν έχεις κανένα, να θυμάσαι ότι ο άγγελος σου είναι κοντά σου και σε προσέχει.
Pin It
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...